Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Georgios Kontellis

To my beloved Grandfather.

You passed away the summer before I was going to start fifth grade. Now I am 38 years old and it’s been so long since then. But I remember you clearly and in detail. I cannot explain how this is happening to me, but I remember our dialogues and our moments even before Ι start going to school. I remember how much you loved me and you took care of me. The walks we went together with Grandma, Mom and Dad.

You were an incredible driver. I remember the summer before I went on first grade, we lived together (you, Grandma, Dad, Mom and me) in Argiroupoli and a neighbor was moving out. The driver of the transport company had parked the truck so close to the entrance of our building that he could not remove it, not even a bit. When you suggested helping him, he looked cynically at you but after trying to remove it several times without any success he let you help him. In front of his stunned eyes (and neighborhoods’) you removed the truck with two maneuvers. When you got out of the truck, you just smiled at him and told him that now he could leave easily. Without a trace of irony, sarcasm or arrogance, while everyone else were giggling and mocking behind his back. That was how you were “pappouka mou” (“my grandpa” that is how I used to call you), a cool, relaxed, with no complexes, wonderful person.

You were a hard worker, reveler, honest, fearless person and you loved the whole world even if they didn’t deserve it. We were hanging out in the kitchen and you were singing to me “Koutalianos” and “Asta ta mallakia sou” (Greek old songs). You were telling me stories from your homeland Mytilini and how beautiful your village, Kalloni, was. You were sitting with dad telling jokes to each other and laughing as if you were father and son. Dad loved you as if you were his real father even if he was your son in law.

But you had a defect. You were smoking too much. Grandmother was nagging at you to quitting smoking. She had a bad feeling. I remember I was going first grade and we were the two of us at home in the living room. As you were walking, you bowed, you fell on your knees and you grabbed your heart. You cried for grandmother Nitsa, Nitsa!” and I had stayed there looking at you petrified. I did not understand what was happening. Grandmother came running from the kitchen and she helped you get up. They took you to the hospital. You had a heart attack. But you were strong and overcame it. Your doctors gave you medication and told you to quit smoking. A cardiologist had specifically told you that each cigarette you smoked was a nail in your coffin and you had replied: Then tell me which would be my penultimate nail in order to quit smoking then.

 Oh, my sweet grandpa. How right this doctor was. Your heart was strong and withstood, but your lungs weren’t. When I was on third grade you were diagnosed with lung cancer. The whole family did its best to save you. We went to all hospitals, all pundits, we were preparing to take you abroad, but the chemotherapy had exhausted you. There could be nothing more done. You were full of cancer and you were unrecognizable. Your form was gone and it had left only a battered corpse with his bones. You were living at home with us and we lived together your torment to the end. Besides, that is what people do for their beloved persons. They share their pain and do whatever they can to alleviate it. I had finished the third grade and it was now summer. I remember you said to grandmother with winge: “Nitsaki mou [My Nitsaki] I did not to listen to you.” and she hugged you and she told you in tears: “Now it's too late ... . The next day you were gone.

It's been almost 30 years since then and I remember everything in detail. I was in the kitchen and grandmother came in with red eyes, she looked at me and said quietly with a soft voice: Your Grandfather is gone”. I started crying and she told me not to cry. I had hanged on to her and we were crying together. Mom was a wreck and dad was trying to be strong for his “girls”. We had been left onour own.

In the summer of 2013 we had grandmother to the hospital and I saw you in my sleep. I hadn’t dreamt of you for years, I don’t remember how many. I dreamt that I was in a hallway of the hospital and I saw grandmother from the open door of a room, lying on a bed and doctors and nurses were taking care of her. I looked to the right of the hallway and I saw you coming towards me happy and healthy as before. You came close to me and I said to you “Grandpa!”, I was happy too. You clasped both of my hands and squeezed them into yours with a small beautiful smile. It was only for a moment but you showed me how satisfied you were with me and I felt you were passing on strength and courage to me. It was only for a moment and then you disappeared from my eyes.

I understood that you were going for grandma. The woman who you loved and she loved you so much that you defied her family that they didn’t want the two of you married and you eloped. I just hope now that she is gone too, you found each other and you are happy together wherever you are. That would be the only fair thing in so much injustice that surrounds us.

I love you pappouka mou”,

Your Maria.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Γεώργιος Κοντέλλης

Στον αγαπημένο μου παππού.

Σε έχασα το καλοκαίρι που θα πήγαινα 5η δημοτικού. Τώρα είμαι 38 χρονών και έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Όμως σε θυμάμαι καθαρά και με κάθε λεπτομέρεια. Δεν μπορώ να εξηγήσω πως μου συμβαίνει αυτό, όμως θυμάμαι τους διαλόγους μας και τις στιγμές μας, πριν ακόμα πάω σχολείο. Θυμάμαι πόσο πολύ με αγαπούσες και με πρόσεχες. Τις βόλτες που κάναμε μαζί με τη γιαγιά, την μαμά και τον μπαμπά.

Ήσουν απίστευτος οδηγός. Θυμάμαι το καλοκαίρι πριν πάω 1η δημοτικού, που μέναμε όλοι μαζί (εσύ, η γιαγιά, ο μπαμπάς, η μαμά κι εγώ) στην Αργυρούπολη και κάποιος γείτονας μετακόμιζε. Ο οδηγός της μεταφορικής είχε βάλει το φορτηγό μέσα στην πυλωτή της πολυκατοικίας μας τσίμα-τσίμα και μετά δεν μπορούσε να το βγάλει με τίποτα. 'Οταν του πρότεινες να τον βοηθήσεις σε κοίταξε με μισό μάτι μα μετά είδε κι αποείδε και σου το 'δωσε. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, (και της γειτονιάς) έβγαλες το φορτηγό απο την πυλωτή με δυο ελιγμούς. Όταν βγήκες από το φορτηγό απλά του χαμογέλασες και του είπες ότι τώρα μπορούσε να φύγει άνετα. Χωρίς ίχνος ειρωνείας, σαρκασμού ή αλλαζονείας, ενώ όλοι οι υπόλοιποι χασκογελάγανε και τον κοροϊδεύανε. Έτσι ήσουν εσύ παππούκα μου (<<παππούκα μου>> έτσι σε φώναζα συνέχεια), ένας άνετος, χαλαρός, ακομπλεξάριστος, υπέροχος άνθρωπος.

Ήσουν δουλευταράς, γλεντζές, τίμιος, άφοβος και αγαπούσες όλο τον κόσμο και ας μην το άξιζε. Καθόμασταν μαζί στην κουζίνα και μου τραγουδούσες τον <<Κουταλιανό>> και το <<Άστα τα μαλλάκια σου>>. Μου έλεγες ιστορίες από την πατρίδα σου την Μυτιλήνη και πόσο ωραίο ήταν το χωριό σου, η Καλλονή. Καθόσουνα μαζί με τον μπαμπά λέγατε ανέκδοτα και γελάγατε σαν να ήσασταν πατέρας με γιο. Σαν πατέρα του σε αγαπούσε κι ο μπαμπάς κι ας ήταν γαμπρός σου.

Αλλά είχες κι ένα ελάττωμα. Κάπνιζες πολύ. Η γιαγιά σου φώναζε συνέχεια να το κόψεις. Είχε κακό προαίσθημα. Θυμάμαι πήγαινα πρώτη δημοτικού και ήμασταν οι δυο μας στο σπίτι στο σαλόνι. Καθώς περπατούσες, λύγισες, έπεσες στα γόνατα κι έπιασες την καρδιά σου. Φώναξες την γιαγιά <<Νίτσα, Νίτσα!>> και εγώ είχα μείνει εκεί να σε κοιτάζω πετρωμένη. Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Η γιαγιά ήρθε τρέχοντας απ' την κουζίνα και σε βοήθησε να σηκωθείς. Σε πήγανε στο νοσοκομείο. Είχες πάθει έμφραγμα. Ήσουνα όμως δυνατός και το ξεπέρασες. Οι γιατροί σου έδωσαν φαρμακευτική αγωγή και σου είπανε να κόψεις το τσιγάρο. Ένας καρδιολόγος σου είχε πει συγκεκριμένα πως κάθε τσιγάρο που κάπνιζες ήταν ένα καρφί στο φέρετρο σου και συ του είχες απαντήσει: <<Τότε να μου πεις ποιο θα είναι το προτελευταίο μου καρφί για να το κόψω.>>

Αχ παππούκα μου. Πόσο δίκιο είχε αυτός ο γιατρός. Μπορεί η καρδιά σου να ήταν δυνατή και να άντεξε, οι πνεύμονες σου όμως δεν ήταν. Όταν πήγαινα 3η δημοτικού διαγνώστηκες με καρκίνο του πνεύμονα. 'Επεσε όλη οι οικογένεια πάνω σου να σε σώσει. Γυρίσαμε όλα τα νοσοκομεία, όλες τις αυθεντίες, ετοιμαζόμασταν μέχρι και για το εξωτερικό, οι χημειοθεραπείες όμως σε είχαν εξουθενώσει. Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα πια. Είχες γεμίσει καρκίνο και δεν αναγνωριζόσουνα. Η μορφή σου είχε φύγει και είχε μείνει μόνο ένα ταλαιπωρημένο κουφάρι με τα κόκκαλα του. Σε είχαμε στο σπίτι και ζήσαμε όλοι μαζί το μαρτύριο σου μέχρι το τέλος. Άλλωστε έτσι κάνουν αυτοί που πραγματικά σε αγαπάνε. Μοιράζονται τον πόνο σου και κάνουν ό,τι μπορούν για να τον απαλύνουν.  Είχα τελειώσει την τρίτη δημοτικού και ήταν πλέον καλοκαίρι. Θυμάμαι που είχες πει με παράπονο στην γιαγιά: <<Νιτσάκι μου δεν σε άκουσα>> και εκείνη σε αγκάλιασε και σου είχε πει με δάκρυα στα μάτια: <<Τώρα είναι αργά...>>. Την επόμενη μέρα είχες τελειώσει.

Έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια από τότε και τα θυμάμαι όλα με κάθε λεπτομέρεια. Ήμουν στην κουζίνα και ήρθε η γιαγιά με μάτια κόκκινα, με κοίταξε και μου είπε ήσυχα με απαλή φωνή: <<Ο παππούς σου τελείωσε>>. Έβαλα τα κλάματα και μου είπε μην κλαις. Είχα γατζωθεί πάνω της και κλαίγαμε μαζί. Η μαμά ήταν ένα ράκος και ο μπαμπάς προσπαθούσε να είναι δυνατός για τα <<κορίτσια του>. Είχαμε μείνει μόνοι μας.

Το καλοκαίρι του 2013 είχαμε την γιαγιά στο νοσοκομείο και σε είδα στον ύπνο μου. Είχα χρόνια να σε δω, ούτε που θυμάμαι πόσα. Ήμουνα λέει σε ένα διάδρομο του νοσοκομείου και έβλεπα τη γιαγιά από την ανοιχτή πόρτα ενός δωματίου, ξαπλώμένη σε ένα κρεβάτι να την περιποιούνται γιατροί και νοσοκόμοι. Κοίταξα στα δεξιά του διαδρόμου και σε είδα να έρχεσαι προς το μέρος μου χαρούμενος και υγιής όπως παλιά. Ήρθες κοντά μου και σου είπα χαρούμενη και γω που σε έβλεπα <<Παππού!>>. Εσύ μου έπιασες και τα δυο μου χέρια και τα έσφιξες στα δικά σου με ένα μικρό όμορφο χαμόγελο. Ήταν μόνο για μια στιγμή αλλά μου έδειχνες πόσο ικανοποιημένος ήσουν από εμένα και ένιωσα να μου μεταδίδεις δύναμη και κουράγιο. Ήταν για μια στιγμή μόνο και μετά εξαφανίστηκες από μπροστά μου.

Κατάλαβα πως πήγαινες για την γιαγιά. Την γυναίκα που αγάπησες και σ' αγάπησε τόσο πολύ, ώστε αψηφήσατε τους δικούς της που δεν σε θέλανε και κλεφτήκατε. Ελπίζω μόνο τώρα που έφυγε και εκείνη να έχετε βρεθεί και να είστε ευτυχισμένοι μαζί, όπου και αν είστε. Αυτό θα ήταν το μόνο δίκαιο μέσα στην τόση αδικία που μας περιβάλλει.

Σ' αγαπάω <<παππούκα μου>>,

Η Μαρία σου.



Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Anna Giakoupi Kontelli

To the world's best Grandma.

You were, you are and you will be alive because only your body left. Your spirit is still here. You are not dead. You Are Here. I know it because I can feel you close to me, watching me in my daily life, being upset with my problems and being glad with my happiness, as when I had you by my side.

You gave me everything. You taught me what compassion and selfless love mean, to give and not to take, to have mercy and not to criticize. You stood by me in my most difficult moments. You didn’t give, you imparted power to me. You transformed me from a weak child into a strong woman, full of confidence that she can do and achieve anything. You vanished every  fear I had inside me. You broaden my horizons and opened my mind. If I did not have you in my life, I would have been nothing.

My Grandmother, I tried to save you with all my power. I fought like a mad dog, and I nearly succeeded.

I held your hand in the hospital and your last words wereI'm afraid.”  and I told youDo not be afraid. I'm here!
And I mean it Grandma! I'm still here and I will not give up!

I am not saying goodbye because I know that this is not the goodbye!

Somehow we will be together again.

Until then, I dedicate this website to you. I want the world to see you and learn how Wonderful and Fair person you are.
It's the least I can do for you.

I love you Grandma I adore you ...




Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Άννα Γιακούπη Κοντέλλη

Στην Καλύτερη Γιαγιά του Κόσμου.

Ήσουν, είσαι και θα είσαι ζωντανή γιατί μόνο το σώμα σου έφυγε. Το πνεύμα σου παραμένει εδώ.  Δεν πέθανες. Είσαι εδώ. Το καταλαβαίνω γιατί σε νιώθω δίπλα μου, να με παρακολουθείς στην καθημερινότητα μου, να ταράζεσαι με τα προβλήματα μου και να χαίρεσαι με την ευτυχία μου, όπως και τότε που σε είχα κοντά μου.

Εσύ μου έδωσες τα πάντα. Με έμαθες τι σημαίνει ανθρωπιά, ανιδιοτελής αγάπη, να δίνω και όχι να παίρνω, να έχω έλεος και όχι να κατακρίνω. Μου στάθηκες στις πιο δύσκολες στιγμές μου. Δεν μου έδωσες, αλλά μου μετέδωσες δύναμη. Με μετουσίωσες απο ένα αδύναμο παιδάκι σε μία δυνατή γυναίκα, γεμάτη αυτοπεποίθηση που μπορεί να κάνει και να πετύχει τα πάντα.  Εξαφάνισες κάθε είδους φόβο από μέσα μου. Διεύρυνες τους ορίζοντες μου και άνοιξες το μυαλό μου. Εάν δεν είχα εσένα στην ζωή μου, θα ήμουν ένα τίποτα.

Γιαγιά μου, προσπάθησα να σε σώσω με νύχια και με δόντια. Πάλεψα σαν το  λυσσασμένο σκυλί και παραλίγο να τα καταφέρουμε.

Κράταγα το χέρι σου στο νοσοκομείο και τα τελευταία σου λόγια ήταν: <<Φοβάμαι>> και σου είπα <<Μην φοβάσαι. Εγώ είμαι εδώ!>>

Και το εννοώ γιαγιά! Είμαι ακόμα εδώ και δεν το βάζω κάτω!

Δεν λέω αντίο γιατί ξέρω πως δεν είναι εδώ το αντίο!

Με κάποιο τρόπο θα είμαστε και πάλι μαζί.

Μέχρι τότε αφιερώνω αυτήν την ιστοσελίδα σε σένα. Θέλω να σε δει ο κόσμος και να μάθει πόσο Καλός και Σωστός Άνθρωπος είσαι.
Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σένα.

Σ'αγαπάω Γιαγιά σε λατρεύω...